ΓΙΑΝΝΗΣ Σ. ΛΑΤΣΗΣ

Ο Γιάννης Λάτσης γεννήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 1910 στο Κατάκολο της Ηλείας. Ήταν το έκτο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας του παντοπώλη Σπύρου Λάτση με μακρινή καταγωγή από το Αρβανίτικο Κανάλι, χωριό της Κέρκυρας που δημιουργήθηκε στις αρχές του 17ου αιώνα από οικογένειες που μετοίκησαν στο νησί από την Αλβανία, και της Αφροδίτης Ευθυμίου –της Αφρόεσσας όπως την αποκαλούσε χαϊδευτικά ο Γιάννης Λάτσης– με καταγωγή από τον Πύργο της Ηλείας.

Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικογένειά του τον ανάγκασαν να εργαστεί από νεαρή ηλικία, γεγονός που επέδρασε καταλυτικά στην προσωπικότητά του και τη μετέπειτα πολυσχιδή επιχειρηματική του διαδρομή. Παράλληλα, επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την επιμόρφωσή του και έτσι μετά την ολοκλήρωση των γυμνασιακών του σπουδών το 1923, συνέχισε τις σπουδές του στη Μέση Δημόσια Εμπορική Σχολή Πύργου απ’ όπου αποφοίτησε το 1927.

Τον Οκτώβριο του 1930, κατατάχθηκε στο Πολεμικό Ναυτικό απ’ όπου απολύθηκε στα τέλη Δεκεμβρίου 1931. Ακολούθως, εργάστηκε στη γενέτειρά του ως εμπορικός αντιπρόσωπος και ναυτικός πράκτορας ιδρύοντας το ναυτικό πρακτορείο John S. Latsis Steamship Agent & Chartering Broker Commercial Representative & Maritime Insurance. Οι εμπειρίες που απέκτησε από τη λειτουργία της συγκεκριμένης επιχείρησης υπήρξαν καθοριστικές για τη μετέπειτα πορεία του στον ναυτιλιακό χώρο. Ωστόσο, το ανήσυχο πνεύμα του τον οδήγησε στην ανάπτυξη και άλλων πρωτοβουλιών στο χώρο του τουρισμού και του εμπορίου σταφίδας, δραστηριότητες οι οποίες άκμαζαν την εποχή εκείνη στην Πελοπόννησο.

Λίγο μετά το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στις 6 Ιανουαρίου 1940, ο Γιάννης Λάτσης παντρεύτηκε στον Πύργο την Εριέττα Τσουκαλά, με την οποία έζησε 63 χρόνια αποκτώντας μαζί της τρία παιδιά, τον Σπύρο, τη Μαριάννα και τη Μαργαρίτα. Τον Μάιο του 1940, κλήθηκε να υπηρετήσει ως έφεδρος στο Βασιλικό Ναυτικό, από τις τάξεις του οποίου απολύθηκε τον Μάιο του 1941, μετά την κατάληψη της χώρας από τα γερμανικά στρατεύματα.

Μετά την απελευθέρωση και ενώ η χώρα μαστιζόταν από τον καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο, ο Γιάννης Λάτσης στράφηκε στον ναυτιλιακό χώρο και εργάστηκε ως ναυτικός σε πλοία του Ευάγγελου Νομικού, με τον οποίο ανέπτυξε φιλικούς δεσμούς που είχαν ως αποτέλεσμα την εμπλοκή του στο χώρο του εφοπλισμού και συγκεκριμένα της ακτοπλοΐας. Τον Σεπτέμβριο του 1949, με δάνειο που του παρείχε ο Νομικός απέκτησε το μικρό ατμόπλοιο ΕΦΦΗ του τελευταίου, το οποίο πραγματοποιούσε δρομολόγια στον Αργοσαρωνικό. Η επιτυχής εκμετάλλευσή του μέσα στους επόμενους μήνες οδήγησε στην αγορά και δεύτερου πλοίου της ίδιας γραμμής, του ΝΙΚΗ. Λίγο πριν το τέλος του έτους, η εταιρεία του «Τουριστική Ακτοπλοΐα της Ελλάδος» απέκτησε το δηζελόπλοιο LAURANA, κατασκευής 1939, από τη Malta Steamship Company Ltd. Tο πλοίο δρομολογήθηκε στις γραμμές του Αργοσαρωνικού με το όνομα ΝΕΡΑΪΔΑ –προς τιμήν της γενέτειρας του στρατιωτικού και πολιτικού Νικολάου Πλαστήρα, με τον οποίο ο Λάτσης συνδέοταν φιλικά. Υπήρξε ένα από τα πλέον εμβληματικά πλοία της ακτοπλοΐας, την οποία υπηρέτησε μέχρι το 1974 οπότε παροπλίστηκε μέχρι το 2007 όταν αποφασίστηκε η μετατροπή του σε πλωτό μουσείο από το Ίδρυμα Λάτση.

Η δραστηριότητα του Γιάννη Λάτση στην ακτοπλοΐα του Αργοσαρωνικού και η συμβολή του στην ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας, ιδιαίτερα μετά την απόκτηση του ΝΕΡΑΪΔΑ, τον κατέστησαν σύντομα σημαντικό παράγοντα στον συγκεκριμένο κλάδο. Οι στόχοι του υπήρξαν εμφανώς μεγαλεπήβολοι. Σε αντίθεση με άλλους εφοπλιστές του κλάδου, εγκατέστησε γραφεία στα κεντρικότερα σημεία της Αθήνας, αρχικά στην οδό Βαλαωρίτου και ακολούθως στην οδό Φιλελλήνων, κοντά στην πλατεία Συντάγματος, όπου υπήρχε έντονη παρουσία ταξιδιωτικών γραφείων και πρακτορείων. Το 1952 αποτόλμησε την αγορά δύο πρωτοποριακών νεότευκτων ταχύπλοων σκαφών από τα ναυπηγεία Gustafsson & Anderssons Varv. της Σουηδίας, τα οποία ονόμασε ΕΡΙΕΤΤΑ και ΣΠΥΡΟΣ. Στις 27 Μαΐου 1952, έλαβε μέρος στο διαγωνισμό για την πώληση του νεότευκτου επιβατηγού πλοίου ΚΑΝΑΡΗΣ που είχε κατασκευαστεί στην Ιταλία για λογαριασμό της ελληνικής κυβέρνησης στο πλαίσιο των ιταλικών επανορθώσεων έναντι της Ελλάδας επιδιώκοντας τη δραστηριοποίησή του στις γραμμές των Κυκλάδων και της Δωδεκανήσου. Παρ’ όλα αυτά, η προσπάθεια αυτή, καθώς και άλλες σχετικά με την απόκτηση αδελφών πλοίων, δεν ευοδώθηκε και λίγα χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1955, ο Λάτσης προχώρησε στην αγορά του βρετανικού επιβατηγού πλοίου WORTHING, το οποίο μετομάστηκε ΦΡΥΝΗ.

Προηγουμένως, το 1954, είχε δραστηριοποιηθεί και στην ποντοπόρο φορτηγό ναυτιλία με την απόκτηση ενός πλοίου, κατασκευής 1920, το οποίο ονομάστηκε MARIANNA. Το 1957 ενίσχυσε τη δραστηριότητα αυτή με την αγορά από τον Αλέξανδρο Τσαβλίρη δύο ακόμα αδελφών πλοίων κατασκευής 1924, τα οποία ονομάστηκαν SUEZ και LIBYA, ύψωσαν την ελληνική σημαία και πραγματοποίησαν κυρίως μεταφορές στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου.

Το 1958, ο Γιάννης Λάτσης πραγματοποίησε την είσοδό του στον κλάδο της μεταφοράς υγρών φορτίων, έναν τομέα στον οποίο διακρίθηκε τις επόμενες δεκαετίες. Αγόρασε το σουηδικό δεξαμενόπλοιο ISEFORD, 5.551 τόννων gross κατασκευής 1926, το οποίο μετονόμασε SPYROS υπό ελληνική σημαία και πραγματοποίησε ταξίδια κυρίως μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου με φορτία μελάσσας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το SPYROS υπήρξε το πρώτο ελληνόκτητο πλοίο που ταξινομήθηκε από τον Νορβηγικό Νηογνώμονα DNV. Παράλληλα, υπήρξε η αφορμή της δημιουργίας στενών σχέσεων του Γιάννη Λάτση με αιγύπτιους οικονομικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου Νάσερ. Οι σχέσεις αυτές μετουσιώθηκαν σε κοινές επιχειρηματικές πρωτοβουλίες του ομίλου Λάτση με τους Αιγυπτίους, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Σταθμός στη ναυτιλιακή διαδρομή του Γιάννη Λάτση υπήρξε ένα περιστατικό που ξεκίνησε το 1959 αρνητικά για τον ίδιο. Λίγο μετά τα μέσα εκείνης της χρονιάς αγόρασε από τη βρετανική εταιρεία Royal Mail Lines τα υπερωκεάνια HIGHLAND BRIGADE και HIGHLAND PRINCESS, κατασκευής 1929 και 1930 αντίστοιχα, δημιουργώντας την Latsis Lines, με την οποία είχε σκοπό να συνδέσει την Ελλάδα με την Αυστραλία αξιοποιώντας το μεταναστευτικό ρεύμα προς τη μακρινή ήπειρο. Το εγχείρημα ωστόσο δεν προχώρησε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του όταν η κυβέρνηση αποφάσισε να εξυπηρετηθεί η συγκεκριμένη γραμμή από το νεότερο πλοίο PATRIS του ομίλου Χανδρή. Τον επόμενο χρόνο, ο Λάτσης πούλησε ένα από τα πλοία σε τρίτους ενώ το άλλο, που ονομάστηκε MARIANNA, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών μετασκευής του, αξιοποιήθηκε άμεσα για τη μεταφορά κυρίως Λίβυων προσκυνητών στη Μέκκα της Σαουδικής Αραβίας. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε κομβική για τη μετέπειτα πορεία του ομίλου. Η επιτυχία που γνώρισε το ΜΑRΙΑΝΝΑ έδωσε το έναυσμα στον Λάτση να προχωρήσει στην αγορά και άλλων υπερωκεανίων τα επόμενα χρόνια. Συγκεκριμένα, το 1963 και το 1964 αγόρασε από την P&O τα υπερωκεάνια STRATHMORE και STRATHEDEN, τα οποία μετονομάστηκαν ΜΑRIANNA LATSI και HENRIETTA LATSI αντίστοιχα. Την ίδια εποχή, αγόρασε από την ολλανδική κυβέρνηση τα μετασκευασμένα –από φορτηγά τύπου Victory– επιβατηγά WATERMAN και GROOTE BEER, τα οποία μετονομάστηκαν MARGARITA και MARIANNA IV. Με στόλο πέντε πλοίων, τα οποία έγιναν έξι με την απόκτηση τo 1965 του αμερικανικού υπερωκεανίου PRESIDENT MONROE που μετονομάστηκε MARIANNA V, στις συγκεκριμένες διαδρομές, ο Λάτσης κυριάρχησε στo χώρο της μεταφοράς προσκυνητών προσφέροντας στους επιβάτες πρωτόγνωρες ανέσεις. Τη χρονιά εκείνη, τα πλοία του μετέφεραν στη Μέκκα περισσότερους από 20.000 προσκυνητές από την Ινδονησία, τις Φιλιππίνες, τη Σενεγάλη, το Μαρόκο την Αλγερία και κυρίως τη Λιβύη. Η συγκεκριμένη δραστηριότητα απογείωσε τις επιδόσεις του ομίλου καλλιεργώντας παράλληλα ισχυρούς δεσμούς με τους Σαουδάραβες, οι οποίες αποδείχθηκαν καταλυτικές στη μετέπειτα εξέλιξή του.

Εν τω μεταξύ, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, και αφού πούλησε τα πρώτα φορτηγά πλοία που είχε αποκτήσει, ο Λάτσης πραγματοποίησε την τελευταία του επένδυση στις γραμμές του Αργοσαρωνικού με την απόκτηση του ταχύπλοου EXPRESS, το οποίο διατήρησε μέχρι το 1969. Προηγουμένως το 1964, είχε έρθει σε συμφωνία με τον ΕΟΤ για την αγορά των τριών νεότευκτων επιβατηγών-οχηματαγωγών ΑΦΡΟΔΙΤΗ, ΑΔΩΝΙΣ και EΡΩΣ, τα οποία κατασκευάζονταν στην Ιταλία για λογαριασμό του ελληνικού δημοσίου. Αν και το πρώτο καθελκύστηκε την ίδια χρονιά με ανάδοχο την κόρη του Μαριάννα Λάτση, η αγορά δεν ολοκληρώθηκε εξαιτίας απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκανε δεκτή την αίτηση για ακύρωση της συμφωνίας που είχε υποβάλλει ανταγωνιστής του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα από επιχειρήματα των ανταγωνιστών του ήταν ότι ο Λάτσης ήθελε να χρησιμοποιήσει τα πλοία σε δρομολόγια εκτός Ελλάδας, ενώ ο ΕΟΤ αρχικά τα προόριζε για την αναβάθμιση των ακτοπλοϊκών δρομολογίων. Τα πλοία μετά από αλλεπάλληλους πλειστηριασμούς αγοράστηκαν δύο χρόνια αργότερα από άλλους Έλληνες εφοπλιστές και τελικά λειτούργησαν ως κρουαζιερόπλοια. Η εμπειρία αυτή οδήγησε τον Λάτση στην απόφαση να μην ασχοληθεί περαιτέρω με την ελληνική ακτοπλοΐα, πέρα από τη λειτουργία του ΝΕΡΑΪΔΑ. Αυτό απέβη ευεργετικό μιας και υπήρξε ο μοναδικός Έλληνας ακτοπλόος εφοπλιστής, η επιχείρηση του οποίου δεν τερμάτισε άδοξα το βίο της στη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα.

Η δεκαετία του 1960 αποτέλεσε όμως και το ουσιαστικό εφαλτήριο για την εξέλιξη του πλέον δυναμικού τομέα του στόλου του Γιάννη Λάτση, αυτόν των δεξαμενοπλοίων. Εκμεταλλευόμενος τη μεγάλη πτώση των αξιών λόγω της μεγάλης κρίσης στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, απέκτησε από το 1961 έως το 1964 πέντε δεξαμενόπλοια κατασκευασμένα μεταξύ του 1943 και του 1952. Παράλληλα, η σημαντική πτώση των αξιών του έδωσε την ευκαιρία να τοποθετήσει στις αρχές του 1963 παραγγελίες για τη ναυπήγηση δεξαμενοπλοίων στα μεγάλα ναυπηγεία της Ιαπωνίας Ishikawajima-Harima Heavy Industries. To πρώτο, 58.368 dwt, ονομάστηκε PRINCESS IRENE, ύψωσε την ελληνική σημαία και παραδόθηκε στον όμιλο τον Φεβρουάριο του 1964. Το δεύτερο, 77.657 dwt, ονομάστηκε HENRIETTA LATSI, επίσης υπό ελληνική σημαία, και παραδόθηκε τον Οκτώβριο του 1966. Η παραγγελία για τη ναυπήγηση των δύο πλοίων έδωσε τη δυνατότητα στον Λάτση να αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση με τα μεγάλα αυτά ναυπηγεία που οδήγησε σε συμφωνία για τη δημιουργία επισκευαστικής βάσης στην Πύλο τον Σεπτέμβριο του 1966 σε συνεργασία με την IHI. Ωστόσο, το μεγαλεπήβολο αυτό έργο που κατά τις τότε δηλώσεις του Γιάννη Λάτση θα ωφελούσε όχι μόνο τη ναυτιλία αλλά και γενικότερα την οικονομία του τόπου, σε μια εποχή που είχε ήδη δρομολογηθεί η εγκατάσταση σημαντικού αριθμού ναυτιλιακών επιχειρήσεων στην Ελλάδα, δεν υλοποιήθηκε λόγω της πολιτικής αστάθειας η οποία αποθάρρυνε επενδύσεις μεγάλων οίκων του εξωτερικού. Παρ’ όλα αυτά, ο Λάτσης σε μια προσπάθεια στήριξης της πατρίδας και των συμπολιτών του, το 1967 δημιούργησε το Λάτσειο Ίδρυμα, το οποίο έκτοτε έχει επιδείξει σημαντικό κοινωφελές και πολιτιστικό έργο.

Οι στενές σχέσεις του Λάτση με τον αραβικό κόσμο και η ικανότητά του να δημιουργεί συνεργασίες σε όλα τα επίπεδα είχαν ως αποτέλεσμα την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του στο χώρο των πετρελαϊκών μεταφορών, ο οποίος γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση αλλά και πολλές διαφοροποιήσεις μετά τον Αραβοϊσραηλινό Πόλεμο του 1967. Εμπλουτίζοντας διαρκώς το στόλο του με την αγορά και άλλων δεξαμενοπλοίων κατάφερε να συνδυάσει τον εφοπλισμό με εμπορικές πρωτοβουλίες στον τομέα αυτό. Το 1969, έχοντας πλέον μακρόχρονη εμπειρία στο χώρο του πετρελαίου αλλά και τις κατάλληλες διεθνείς διασυνδέσεις, προχώρησε στη δημιουργία διυλιστηρίου με την ίδρυση της «Πετρόλα Ελλάς» στην Ελευσίνα, τα εγκαίνια του οποίου πραγματοποιήθηκαν τον Απρίλιο του 1973. Από την εποχή εκείνη, η παρουσία του στον διεθνή ενεργειακό χάρτη αυξήθηκε σημαντικά και στη συνέχεια ενισχύθηκε με την απόκτηση μεγάλου αριθμού δεξαμενοπλοίων που ανήκαν κυρίως σε μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες. Σχεδόν όλα τα παραπάνω πλοία λάμβαναν το όνομα PETROLA συνοδευόμενα από έναν αριθμό. Παράλληλα, με τη λειτουργία του διυλιστηρίου, ο Λάτσης προχώρησε και στη δημιουργία επισκευαστικής βάσης στην ίδια περιοχή με την αγορά μιας μικρής μονάδας, οι εγκαταστάσεις της οποίας επεκτάθηκαν για να δημιουργηθεί η νέα επισκευαστική μονάδα του ομίλου «Ήφαιστος Ελλάς Ναυπηγεία» τον Αύγουστο του 1977. Η μονάδα αυτή εξυπηρέτησε τις ανάγκες επισκευών και συντήρησης των πλοίων του ομίλου μέχρι το 1984 οπότε διέκοψε τη λειτουργία της.

Σημαντικό μέρος των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών του Γιάννη Λάτση πραγματοποιήθηκε στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στη Σαουδική Αραβία. Με άξονα την εταιρεία Petrola Engineering International, η οποία συστάθηκε το 1974 με αντικείμενο «την μελέτην σχεδίασιν και εκτέλεσιν τεχνικών εργασιών ων το αντικείμενο ευρίσκεται εκτός των ορίων της Ελληνικής Επικρατείας», ο δημιουργικός επιχειρηματίας αξιοποίησε την τεχνογνωσία που απέκτησε ο όμιλός του κατασκευάζοντας τις εγκαταστάσεις της Petrola στην Ελευσίνα όσο και τα γειτονικά λιμενικά έργα. Την ίδια χρονιά, μετά από απευθείας συνάντηση με το βασιλιά Faisal στη Τζέντα, ο Γιάννης Λάτσης ξεκίνησε την επιχειρηματική του δραστηριότητα στη μεγάλη πετρελαιοπαραγωγό χώρα όπου υλοποιούνταν ένα ευρύ κατασκευαστικό πρόγραμμα. Επίσης, στις αρχές του 1975, ο τεχνολογικός μηχανισμός του ομίλου Λάτση με έναν μεγάλο στόλο πλωτών μέσων του ομίλου, ρυμουλκών και βυθοκόρων, ήταν μεταξύ αυτών που κλήθηκαν για τον καθαρισμό της διώρυγας του Σουέζ που παρέμενε κλειστή από την εποχή του Πολέμου των Έξι Ημερών το 1967, στη διάρκεια του οποίου ο Λάτσης είχε θέσει το σύνολο του στόλου του στη διάθεση του αιγύπτιου προέδρου Νάσερ.

Η διείσδυση του ομίλου Λάτση στον αραβικό κόσμο απέκτησε εξαιρετική δυναμική, ενώ ο ίδιος επιστράτευσε το σύνολο του στόλου του και τους καλύτερους συνεργάτες του για να αντιμετωπίσει κάθε πρόκληση ανταγωνισμού που προέρχονταν από άλλες μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες από τον διεθνή χώρο. Χαρακτηριστικό της ευρηματικότητας του Λάτση ήταν το γεγονός ότι για να καλύψει τις ανάγκες διαμονής ενός μεγάλου αριθμού τεχνικών του ομίλου του που απασχολούνταν σε μεγάλα κατασκευαστικά έργα στη Σαουδική Αραβία, αγόρασε τρία υπερωκεάνια τα οποία μετατράπηκαν σε χώρους διαμονής κατά την περίοδο 1976 και 1985 που η Petrola Engineering International είχε αναλάβει την κατασκευή λιμενικών εγκαταστάσεων και διυλιστηρίων. Τα πλοία αυτά ήταν τα ΜΑRIANNA VI, MARGARITA L και MARIANNA IX. Αξίζει να σημειωθεί ότι το τελευταίο διατέθηκε από τον Γιάννη Λάτση το 1986 επί μία διετία για τη φιλοξενία σεισμόπληκτων της Καλαμάτας καλύπτοντας παράλληλα όλα τα σχετικά έξοδα για τη σίτησή τους.

Η μεγαλύτερη μεταπολεμική κρίση στον ναυτιλιακό χώρο τη δεκαετία του 1980 δεν επηρέασε τη δυναμική του ομίλου του Γιάννη Λάτση, ο οποίος έκανε μάλιστα ένα νέο επιχειρηματικό άλμα, αυτήν τη φορά στον τραπεζικό χώρο αποκτώντας το 1980 τον έλεγχο μιας μικρής τράπεζας στη Γενεύη, της Banque de Depots που ανήκε στον όμιλο Ωνάση. Η απόκτηση της συγκεκριμένης τράπεζας σηματοδότησε την εμπλοκή του ομίλου στον τραπεζικό τομέα που συνεχίστηκε με τη σύσταση της Private Bank and Trust Company στο Λονδίνο το 1989 και λίγο αργότερα στον ελλαδικό χώρο με την ίδρυση της Ευρωεπενδυτικής Τράπεζας το 1990. Το 1997 με την εξαγορά της Interbank, η παραπάνω τράπεζα πραγματοποίησε την είσοδό της στο χώρο της στεγαστικής και καταναλωτικής πίστης και μετονομάστηκε Eurobank, η οποία στη συνέχεια εξαγόρασε το δίκτυο της Credit Lyonnais Grèce καθώς και την Τράπεζα Αθηνών και την Τράπεζα Κρήτης. Το 1999, η Εurobank εισήλθε στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με δημόσια εγγραφή που είχε ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση του μεγαλύτερου αριθμού μετόχων στην ιστορία του ΧΑΑ. Την ίδια χρονιά, αποκτήθηκε το 50,1% της Τράπεζας Εργασίας, η οποία συγχωνεύτηκε με την Eurobank δημιουργώντας τον όμιλο EFG Eurobank Ergasias το 2000.

Η πορεία του στόλου του ομίλου Λάτση στα χρόνια της κρίσης της δεκαετίας του 1980 υπό τη διαχείριση της εταιρείας του Bilinder Marine Corporation συνεχίστηκε αμείωτη, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί ως ο δεύτερος σε χωρητικότητα ελληνόκτητος στόλος της εποχής με μεταφορική ικανότητα που άγγιζε τα 3,8 εκατομμύρια τόννους. Εκείνη την περίοδο, στη δύναμη του στόλου προστέθηκε ένας σημαντικός αριθμός δεξαμενοπλοίων μεγάλης χωρητικότητας συμπεριλαμβανομένου του δεύτερου μεγαλύτερου πλοίου στον κόσμο που μετονομάστηκε ΗΕLLAS FOS. Το γιγαντιαίο πλοίο, 555.000 dwt, ύψωσε την ελληνική σημαία το 1986 στη διάρκεια τελετής με την παρουσία του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Στη διάρκεια της τελετής, ο Γιάννης Λάτσης δεν έχασε την ευκαιρία να απευθύνει παραινέσεις προς τους δύο ηγέτες να συνεργαστούν για το καλό της Ελλάδας. Την ίδια εποχή, προέβη σε δωρεά ύψους 10 εκατομμυρίων δολαρίων για την ενίσχυση του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου.

Στις σημαντικές πρωτοβουλίες του Γιάννη Λάτση συγκαταλέγονται και οι επενδύσεις του σε ακίνητα. Από τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του, επέλεγε ως στέγη των γραφείων του ακίνητα σε κεντρικά σημεία τη Αθήνας. Επί σειρά ετών, τα κεντρικά γραφεία του ομίλου του στεγάζονταν στην οδό Όθωνος επί της πλατείας Συντάγματος, ενώ αργότερα μεταστεγάστηκε στο εμβληματικό κτίριο Παλλάς Αθηνά, πρώην ξενοδοχείο Απέργη στην Κηφισιά μετά την εκ βάθρων ανακαίνισή του. Ιδιαίτερη αίσθηση έκανε όμως η απόκτηση ενός από τα πλέον ιστορικά κτίρια του Λονδίνου του Bridgewater House το οποίο φιλοξένησε τον Ιούλιο του 1990 τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, την πρώτη σύνοδο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Ο Γιάννης Σπύρου Λάτσης απεβίωσε στις 17 Απριλίου 2003, έχοντας κατορθώσει να ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια της πατρίδας του και να διαπρέψει σε ό,τι σχεδόν καταπιάστηκε. Ο καπετάν Γιάννης, με το ναυτικό πηλίκιο που αποτελούσε το κύριο χαρακτηριστικό της αμφίεσής του κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, κατόρθωσε με τον δικό του ιδιόμορφο τρόπο να ανοίξει διάπλατα τις πόρτες όλων των ισχυρών του πλανήτη, μεταφέροντας όπου γης τη φυσιογνωμία και τις παραδόσεις της πατρίδας του.

Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε ακόμα και στην πραγματοποίηση κοινωφελών έργων, ο Γιάννης Λάτσης κατόρθωσε να συνδέσει άρρηκτα το όνομά του με πρωτοβουλίες που είχαν ευεργετικό αντίκτυπο σε πολύ κόσμο και κυρίως εξυπηρέτησαν με αποτελεσματικό τρόπο τα συμφέροντα της χώρας.

«Τα χρήματα είναι δυστυχία όταν δεν βρίσκουν το σωστό προορισμό». Αυτό ήταν ένα από τα αποφθέγματα του Γιάννη Λάτση, τα οποία δημοσίευσε σε βιβλίο το 1994. Είναι ασφαλώς σημαντικό ότι το έργο των απογόνων του και του ιδρύματος που φέρει το όνομά του αποπνέουν την ίδια ακριβώς φιλοσοφία.

Shares
Shares